κλητός

κλητός, ή, όν званый, приглашенный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κλητός" в других словарях:

  • κλητός — invited masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλητός — ή, ό (AM κλητός, ή, όν) προσκεκλημένος, καλεσμένος («πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί», ΚΔ) αρχ. 1. ευπρόσδεκτος («οὗτοι γὰρ κλητοί γε βροτῶν ἐπ ἀπείρονα γαῑαν», Ομ. Οδ.) 2. περιζήτητος, σπουδαίος, εκλεκτός 3. αυτός που έχει κλητευθεί… …   Dictionary of Greek

  • κλητός, -ή — ό ο καλεσμένος, ο προσκαλεσμένος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κλητῶν — κλητός invited fem gen pl κλητός invited masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλητόν — κλητός invited masc acc sg κλητός invited neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληταῖς — κλητός invited fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληταί — κλητός invited fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλητοῖς — κλητός invited masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλητοί — κλητός invited masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλητοῦ — κλητός invited masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλητούς — κλητός invited masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.